Fb Πηγές

Ο Αγκιστρολόγος και οι Νεραιδοκαλικάνζαροι!


Άνοιξε ξαφνικά τα μάτια του και … βρέθηκε να κολυμπά σε ένα απόλυτο σκοτάδι! Ένα σκοτάδι πηκτό σαν μαύρο, κατάμαυρο κατράμι! Ανοιγόκλεισε πολλές φορές τα μάτια του προσπαθώντας να θυμηθεί που ήταν και γιατί ήταν εκεί που ήταν, μα το μυαλό του, μισοκοιμισμένο και σαστισμένο ακόμα, αρνείτο πεισματικά να συνεργαστεί!
Μια απόλυτη, απόκοσμη σιγή βασίλευε παντού! Ούτε άνεμος ακουγόταν, ούτε βροχή, ούτε γαύγισμα σκυλιού, ούτε φωνή ανθρώπου! Προσπάθησε να κουνήσει δεξιά αριστερά το κεφάλι του μα το ένιωθε βαρύ και παγωμένο! Δοκίμασε να κουνήσει τα πόδια, τα χέρια, το κορμί του μα κάτι βαρύ τον πλάκωνε και δυσκόλευε κάθε του κίνηση…
Αμέσως μετά, την απόλυτη σιγή έσπασε ένα απαλό σύρσιμο, ένα ελάχιστο τριζοβόλημα που έμοιαζε να έρχεται από τα δεξιά του. Έμοιαζε με προσεχτικά, δειλά ανθρώπινα βήματα που πλησίαζαν, πατώντας πάνω σε κάτι μαλακό …! Τις σκέψεις του διέκοψε μια σιγανή, ψιθυριστεί σχεδόν ανθρώπινη φωνή, μαζί με ένα ελαφρύ, σαν γρατζούνισμα κτύπημα χεριού σε πόρτα …
«Έλα Πότη μου, ξύπνα, … θα φωτίσει όπου να ναι…» ακούστηκε σιγανά μα καθαρά η φωνή της μάνας του…»
Στο άκουσμα και μόνο της τόσο γνώριμης φωνής, άρχισε η μνήμη του να επανέρχεται. Άρχισε σιγά σιγά να επανασυνδέει το πριν με το τώρα! Άρχισε να σμίγει τα σκόρπια κομμάτια του μυαλού του και να απαντά ένα - ένα στα αναπάντητα πριν ερωτήματα που τον βασάνιζαν…
Θυμήθηκε πως το προηγούμενο βράδυ ήταν στη ταβέρνα του χωριού, με μεγάλη και καλή παρέα, καλό μεζέ, πολύ κέφι, πολύ τραγούδι και χορό μέχρι (στη κυριολεξία) τελικής πτώσεως… Με τίποτα όμως δεν μπορούσε ακόμα να θυμηθεί πότε και πως γύρισε σπίτι του… όπως βέβαια και πόσο κρασί ήπιε…
Πως βρέθηκε να κοιμάται μόνος στο μικρό ντιβάνι στο κατώι, αντί επάνω με τη γυναίκα του στο κρεβάτι του, μπορούσε να το υποθέσει. Προφανώς την ώρα που γύρισε, πάρα το κρασί που έρεε άφθονο στις φλέβες του, προνόησε να μην ενοχλήσει ούτε τη γυναίκα του, ούτε πολύ περισσότερο, το μόλις μερικών μηνών κοριτσάκι του, ειδικά αφού θα ξύπναγε μόλις δύο τρεις ώρες αργότερα για να πάει για αγκίστρια… Επιπλέον μείωνε βέβαια και την πιθανότητα της (δικαιολογημένης) κατσάδας…!
Τις σκέψεις του διέκοψε η φωνή της μάνας του, που ξανακούστηκε τώρα πιο δυνατή, συνοδευόμενη πλέον με πολύ πιο δυνατά κτυπήματα στη πόρτα …
«Ξύπνα Πότη μου, ξύπνα πια … φώτισε σου λέω…»
«Καλά ρε μάνα, ξύπνησα…! Άι να κοιμηθείς τώρα…!» την αποπήρε …
Ναι, τώρα εξηγούνται όλα! Η έγνοια για τα αγκίστρια προφανώς τον ξύπνησαν, (όπως ακριβώς τ’ αγώι ξυπνάει τον αγωγιάτη)! Θυμήθηκε όμως επίσης πως, ξέροντας από νωρίς ότι θα ξενυχτούσε, και από φόβο μήπως δεν θα ξύπναγε από μόνος του έγκαιρα, έκανε το λάθος να αναθέσει στη μάνα του ρόλο … κόκορα/ξυπνητηριού και μάλιστα με τη ρητή εντολή να μην φύγει από την πόρτα του, αν δεν βεβαιωθεί πως σηκώθηκε από το κρεβάτι …, επομένως αν δεν σηκωνόταν, η γριά θα κατασκήνωνε έξω από τη πόρτα του…
Παρ’ όλα αυτά και στην προσπάθεια του να κερδίσει μερικά λεπτά ακόμα χουζουρέματος, έκανε μια τελευταία προσπάθεια να την πείσει ότι ξύπνησε και να πάει για ύπνο … παρ’ ότι από πριν ήξερε πως, σαν γνήσια Σπαρτιάτισσα που ήταν, (γεννημένη μάλιστα στον ιστορικό Μυστρά), ήταν πιο πιθανό να την βρει το πρωί παγοκολόνα, παρά να μη φέρει σε αίσιο πέρας το καθήκον που ανέλαβε…
«Ντάξει, Μάνα! Σ’ άκουσα …! Να τώρα σηκώνομαι! Σταμάτα να φωνάζεις, θα ξυπνήσεις και τη γειτονιά και το μωρό …»
«Καλά, αργά σκέφτηκες το μωρό Πότη μου…,» ακούστηκε αποδοκιμαστική η φωνή της, «… που να το ‘ξερα ότι κοιμήθηκες στο κατώι … σε φώναζα πάνω τόση ώρα ….»
«Φτουουου, γαμώ το….!»
Πήγε να πεταχτεί από το κρεβάτι, ν’ ανοίξει τη πόρτα μήπως σταματήσει επιτέλους να φωνάζει η γριά και περιορίσει το … κακό και … τότε κατάλαβε τι τον πλάκωνε τόση ώρα και δυσκολευόταν και ν’ ανασάνει ακόμα! Ήταν το βάρος των πέντε έξι χοντρών μάλλινων κουβερτών με τις οποίες προσπάθησε να καταπολεμήσει το απίστευτο κρύο που επικρατούσε εκείνο τον Χειμώνα, ειδικά στο χωρίς σόμπα κατώι. Και έκανε που έκανε απίστευτο κρύο από τον Οκτώβρη ακόμα, πλάκωσε κι από τη πρώτη μέρα της νέας χρονιάς, (του 1965 που μόλις πριν τέσσερις μέρες μπήκε), ένας μεγάλος σε ένταση και διάρκεια χιονιάς που έκλεισε σε λευκό κλοιό ολάκερο τον Ταΰγετο και βέβαια και το χωριό του!
Παραμέρισε με δυσκολία τα βαριά σκεπάσματα και κάθισε για λίγο στο χαμηλό κρεβάτι προσπαθώντας να βρει το κουράγιο να σηκωθεί. Ψηλαφιστά βρήκε στη καρέκλα δίπλα τα τσιγάρα και τα σπίρτα του. Ένιωθε το κρύο να διαπερνά κάθε χιλιοστό ολάκερου του κορμιού του, ενώ το κεφάλι του έμοιαζε άδειο και κάτι σαν να κουδούνιζε μέσα με κάθε του κίνηση. Σηκώθηκε με προορισμό τη πόρτα που περισσότερο ήξερε που ήταν, παρά την έβλεπε! Τα γυμνά του πόδια πατούσαν στο τσιμεντένιο παγωμένο δάπεδο μα ήταν ήδη πολύ παγωμένος για να το καταλάβει! Στα ελάχιστα δευτερόλεπτα που χρειάστηκε για να φτάσει, έτριψε το κεφάλι ενός σπίρτου στο πλευρό του σπιρτόκουτου, ο χώρος στιγμιαία φωτίστηκε υποφερτά και φέρνοντας το στο πρόσωπο του άναψε το τσιγάρο του! Κρατώντας ακόμα με τα παγωμένα του δάκτυλα το αναμμένο σπιρτόξυλο, ξεμαντάλωσε τη πόρτα. Η φλόγα, λίγο πριν του κάψει τα δάκτυλα έσβησε από το ρεύμα του αέρα που δημιούργησε το άνοιγμα της πόρτας και … ,
στο άνοιγμα, κοντράροντας πάνω στο άσπρο φόντο της χιονισμένης αυλής πίσω της, διαγραφόταν καθαρά η αδύνατη, μικροκαμωμένη και σκυφτή από τα χρόνια και το κρύο, σιλουέτα της μάνας του! Ήταν κουκουλωμένη με μια χοντρή μάλλινη καπότα, μα στα πόδια φόραγε ελαφρά, ανοιχτά παπούτσια, που μόλις ξεπρόβαλλαν μέσα από το παχύ στρώμα χιονιού … Έτρεμε σχεδόν ανεξέλεγκτα…
Άνοιξε το στόμα του να την κατσαδιάσει μα ντράπηκε…, στο κάτω κάτω για το χατίρι του είχε αφήσει το ζεστό της κρεβάτι και στεκόταν τόση ώρα μέσα στο χιονιά!
«Έλα μάνα, έλα… με είδες … σηκώθηκα! Τρέξε τώρα γρήγορα να χωθείς στις κουβέρτες σου γιατί αν δεν πάγωσες ήδη, σίγουρα θα πουντιάσεις αν μείνεις λίγο ακόμα έξω…»
Μουρμουρίζοντας κάτι ακαταλαβίστικο και με ένα όλο νόημα κούνημα του κεφαλιού της, γύρισε και βάλθηκε ν’ ανεβαίνει τη σκάλα, κρατώντας με το ένα χέρι σφικτά το μάλλινο ρούχο κάτω από το πηγούνι της και με το άλλο τη κτιστή τσιμεντένια κουπαστή για να μη γλιστρήσει στο παγωμένο στα σκαλοπάτια χιόνι…
Παρά το κρύο, έμεινε για λίγο να χαζεύει το κάτασπρο τοπίο που απλωνόταν μπροστά του και έκανε το τόσο γνώριμο κατάβλι του σπιτιού του να μοιάζει με τοπίο πρωτόγνωρο… Τα πάντα ήταν κάτασπρα, μα δεν χιόνιζε πια. Επιτέλους! Χιόνιζε ασταμάτητα σχεδόν για τρία μερόνυχτα!
Τεράστιοι παγωμένοι κρύσταλλοι κρέμονταν από τα κεραμίδια, τις πόρτες και τα παράθυρα! Εκείνη τη στιγμή, ένα σύννεφο, προφανώς κυνηγημένο εκεί ψηλά από κάποια ριπή ανέμου, παραμέρισε και το φως του ολόγιομου φεγγαριού άλλαξε με μιας το τοπίο, κάνοντας το ακόμα πιο ονειρικό, ακόμα πιο μαγευτικό! Το φως πέρασε μέσα από τους τεράστιους κρυστάλλους του πάγου και η αυλή έμοιαζε με μιας να γέμισε με λαμπερούς πολυέλαιους, ίδια η εκκλησία της Υπαπαντής στη Καλαμάτα …!!!
Το κρύο όμως ήταν αφόρητο και τον ανάγκασε να κλείσει τη πόρτα και να αρχίσει να βάζει τις σκέψεις του σε μια σειρά! Με το φως ενός ακόμα σπίρτου που άναψε βρήκε το φανάρι πετρελαίου που είχε αφήσει στη μέσα γωνιά, δίπλα από το καλαθάκι με τα αγκίστρια. Πάτησε το μοχλό που ανέβαζε λίγο το γυαλί και ακούμπησε τη φλόγα του σπίρτου στο φυτίλι! Ελευθερώνοντας το μοχλό, το γυαλί κατέβηκε στη θέση του προφυλάσσοντας τη φλόγα ακόμα και από το πιο δυνατό αέρα! Το απαλό κίτρινο φως φώτισε τον επιμελώς ατημέλητο αποθηκευτικό χώρο του κατωγιού! Όλα εκεί μέσα, για κάποιο τρίτο έμοιαζαν πεταμένα, στη πραγματικότητα όμως ήταν ακριβώς εκεί που τα ‘βαλε ο νοικοκύρης και ήξερε ανά πάσα στιγμή που θα βρίσκε το κάθε τι…
Κάθισε στη καρέκλα να βάλει τις κάλτσες του και για μια στιγμή παρ’ ολίγο να υποκύψει στο πειρασμό να χωθεί στις ζεστές κουβέρτες που έμοιαζαν να τον καλούν, όπως τον Οδυσσέα οι Σειρήνες! Θυμήθηκε όμως πως το βράδυ στη ταβέρνα όλη η παρέα στοιχημάτιζε πως μετά τη κρασοκατάνυξη στην οποία υπήρξε πρωταγωνιστής, δεν υπήρχε περίπτωση να ξυπνήσει για αγκίστρια και … πείσμωσε! Τι στο καλό, ήταν ή δεν ήταν ο καλύτερος αγκιστρολόγος του χωριού του και των περιχώρων ακόμα!
Σηκώθηκε αποφασιστικά και ντύθηκε γρήγορα με ότι πιο ζεστό είχε! Έβαλε τις ζεστές αδιάβροχες μπότες του, φόρεσε μέχρι τ’ αυτιά το μάλλινο σκούφο του, τύλιξε στο λαιμό του πλεκτό μάλλινο κασκόλ, έβαλε στη τσέπη και δεύτερο κουτί σπίρτα και ακόμα ένα κουτί τσιγάρα, πήρε στο χέρι το φαναράκι του και βγήκε…
Ένα μαύρο σύννεφο είχε πλέον σκεπάσει το φεγγάρι κάνοντας το σκοτάδι σχεδόν απόλυτο! Αραιές σκόρπιες νιφάδες, χόρευαν ήρεμα στον αέρα, πριν αγκαλιάσουν τις αδελφούλες τους στην αυλή. Σήκωσε λίγο προς τα μάτια του το φανάρι και έπιασε ν’ ανεβαίνει με προσοχή τη σκάλα. Κοίταξε το ρολόι του. Ήθελε ακόμα σχεδόν δέκα λεπτά για να γίνει τέσσερις. Είχε μισή ώρα περίπου να φτιάξει καφέ, να κάνει ένα τσιγάρο και άλλη μισή να φτάσει στο μέρος που θα άπλωνε τα αγκίστρια του! Από βραδύς αποφάσισε να πάει χαμηλά, κατά το μεγάλο ρέμα. Πίστευε πως τόσο χαμηλά θα είχε ανοίγματα χωρίς χιόνι και σίγουρα μόλις ξημέρωνε, όλα τα πουλιά, εκεί, στα ανοίγματα θα πέφταν για να βοσκήσουν κι εκεί θα τα περίμεναν τα λαχταριστά σκουληκάκια του, που από το απόγευμα με μαεστρία είχε περάσει στα τζίνια (αγκίστρια) …
Στο περβάζι του μεγάλου, προς το εσωτερικό μπαλκόνι, παράθυρου της σάλας, τον περίμενε ο Κολοβός! Ο μεγαλόσωμος, χωρίς ουρά και κατάμαυρος, (εκτός από δύο άσπρα δακτυλίδια στα μπροστινά του πόδια), αγαπημένος γάτος του. Περνώντας από δίπλα του και χωρίς καμιά προειδοποίηση ή πρόσκληση, ο Κολοβός σάλταρε στον ώμο του, βολεύτηκε όσο καλύτερα μπορούσε και άρχισε να γουργουρίζει με θόρυβο…
Μπήκε στη ξεχωριστή από το υπόλοιπο σπίτι, κουζίνα και καθώς έβαζε να φτιάξει καφέ, του ‘ρθε απρόσκλητα στο μυαλό η εικόνα του μόλις δύο, τριών εβδομάδων κατάμαυρου γατιού που, (πριν από τρία τέσσερα χρόνια θα ‘ταν), βρήκε μια κρύα βραδιά σαν την αποψινή καλή ώρα, σε ένα χαντάκι μισοπεθαμένο να κολυμπά στο αίμα από το εντελώς κομμένο πίσω μέρος της ουράς του …! Θυμήθηκε τον τρόπο που τον κοίταγε με τα καταπράσινα μάτια του όσο του περιποιόταν το τραύμα και τη λαιμαργία με την οποία ρούφηξε το γάλα που εκείνο το βράδυ μοιράστηκαν οι δυο τους… (Θα ‘ταν δεν θα ‘ταν είκοσι, είκοσι ένα τότε ο ίδιος.)
Τον βάφτισε … Κολοβό βέβαια και για τρεις τέσσερεις μήνες ήταν αχώριστοι νύχτα και μέρα, μέχρι που ξαφνικά εξαφανίστηκε… Μερικές βδομάδες όμως αργότερα, ώ του θαύματος, τον ξαναβρήκε σε άλλο χαντάκι, με το αίμα πάλι να τρέχει ποτάμι από την εντελώς, από τη ρίζα αυτή τη φορά, κομμένη ουρά του…
Από τότε, ήταν πάντα και παντού μαζί! Τον ακολουθούσε όπου και να πήγαινε μέσα στο χωριό. Τον περίμενε έξω από την εκκλησία, το καφενείο ή την ταβέρνα, ότι καιρό κι αν έκανε, όση ώρα και αν χρειαζόταν να περιμένει μέχρι να βγει και να γυρίσουν μαζί σπίτι, με το Κολοβό πάντα κουρνιασμένο στον ώμο του αγαπημένου του αφεντικού!
Πριν ανάψει τσιγάρο και κάτσει να απολαύσει το καφέ του, βγήκε στο μπαλκόνι και έβαλε στον Κολοβό το πρωινό του. Ζεστό γάλα με μέσα να μουλιάζουν κομματάκια ψωμί … Από το σπίτι ακούστηκε προς στιγμή σιγανό, παραπονιάρικο κλάμα μωρού που παρ΄ ολίγο να τον βάλει στο πειρασμό να μπει να δει λίγο, να μυρίσει μια σταλιά το κοριτσάκι του, μα αμέσως το απέρριψε… δεν ήταν κατάλληλη ώρα να ρισκάρει να ξυπνήσει μωρό και μάνα …
Σε λιγότερο από είκοσι λεπτά έκλεινε πίσω του τη ξώπορτα και έβγαινε στο δρόμο έχοντας στο ένα χέρι το φανάρι, στο άλλο περασμένο το καλάθι με τα όμορφα τακτοποιημένα παλουκάκια με τα αγκίστρια και στο στόμα μισό καπνισμένο ένα τσιγάρο. Γύρισε δυτικά, νοτιοδυτικά. Του Άη Γιωργιού το βουνό διαγραφόταν πεντακάθαρα στον ορίζοντα! Τι κι αν υπόλοιπες κορφές γύρω γύρω ήταν ακόμα καλυμμένες με σύννεφα και καταχνιά, τον καιρό τον καθόριζε τ’ Άη Γιωργιού το βουνό…
«Καλό σημάδι! Δεν θα ΄χουμε χιόνια ή βροχή σήμερα!» σκέφτηκε!
Γύρισε το κεφάλι ψηλά. Κατασκότεινος ο ουρανός! Οι σκόρπιες νιφάδες εξακολουθούσαν να πέφτουν, μα τώρα στροβιλίζονταν τρελά, σπρωγμένες από ένα αξιοσημείωτο βοριαδάκι που έκανε τα κλαριά των δέντρων, παρά το βάρος του χιονιού που σήκωναν, να σαλέβουν και να βουίζουν! Πότε πότε κάποιο κλαρί έσπαγε από το βάρος και ο ήχος έσκιζε σαν κραυγή πόνου τη κρύα νύχτα!
Ένιωσε τον κρύο αέρα να διαπερνά τα ρούχα του και βιάστηκε να ξεκινήσει. Τύλιξε ακόμα πιο σφικτά το μάλλινο κασκόλ στο λαιμό του, τράβηξε ακόμα πιο χαμηλά τον σκούφο στο κεφάλι του και πείρε να κατηφορίζει κατά το μεγάλο ρέμα…
Σε λίγο άφηνε πίσω του το τελευταίο σπίτι του χωριού και έμπαινε αριστερά στο στενό μονοπάτι που έβγαζε κατ’ ευθείαν στο πέρασμα του ποταμού. Μετά το ποτάμι υπολόγιζε να βρει το καθαρό μέρος που χρειαζόταν σήμερα …
Το χιόνι στο μονοπάτι ήταν παρθένο. Κανένας άνθρωπος ή ζώο δεν είχε περάσει από κει από τουλάχιστον χθες το απόγευμα! Άκουγε το τριζοβόλημα του χιονιού που υποχωρούσε κάτω από το βάρος κάθε πατημασιάς του.
Πήρε από το καλάθι ένα παλουκάκι, (πελεκισμένο, κυλινδρικό ξύλο, με μέχρι δώδεκα εκατοστά μήκος, με μυτερό το ένα άκρο και με ειδικό, μεταξωτό νήμα δεμένο στο άλλο) και έλεγξε σχολαστικά το δέσιμο του νήματος στο παλούκι, το δέσιμο του τζινιού, στο νήμα και το σκουλήκι/ δόλωμα που ήταν περασμένο με μαεστρία στο τζίνι. Βεβαιώθηκε πως στο καλάθι ήταν επίσης το μικρό κουταλάκι, απαραίτητο κι αυτό εργαλείο κάθε καλού αγκιστρολόγου, αφού με αυτό καθάριζε και γυάλιζε το μέρος που θα τοποθετούσε το τζίνι, (τη παλαίστρα, όπως το έλεγαν), για να είναι το δόλωμα όσο γίνετε πιο ορατό και προκλητικό στα πουλιά! Χαμογέλασε με ικανοποίηση, όλα καλά…
Βρισκόταν πια σε ένα σκιερό μέρος, που το μονοπάτι χωνόταν σε πυκνή θαμνώδη βλάστηση με καθόλου ορατότητα προς οποιανδήποτε κατεύθυνση ή προς τον ουρανό τον οποίο κάλυπταν πυκνά φυλλώματα βελανιδιών, ανάμεικτων με πουρνάρια. Όλα καλά! Ήξερε ότι από εκεί, σε λιγότερο από είκοσι λεπτά θα έφτανε στον στόχο του…
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή άκουσε ένα περίεργο ήχο που καθόλου δεν ταίριαζε με τους ήχους της νύχτας που μέχρι τότε άκουγε και εξακολουθούσε ν’ ακούει. Ήταν σαν σιγανό κλάμα μωρού, σαν τρίξιμο από ξύλα που τρίβονταν μεταξύ τους, σαν ελαφρύ γαύγισμα κουταβιού… Κοντοστάθηκε και έστησε αυτί… τίποτε… θα παράκουσε…!
Σε λίγο, ανηφορίζοντας προς στιγμή για λίγο, έβγαινε σε ένα πιο καθαρό μέρος του μονοπατιού. Από κει μπορούσε ν’ αγναντέψει τις απέναντι κορφές που διαγράφονταν καθαρά στον ορίζοντα και να ακούσει το θόρυβο του νερού που έτρεχε αγριεμένο στο βάθος του ρέματος και προς στιγμή αναρωτήθηκε τι θα έκανε αν το νερό ήταν τόσο πολύ που δεν θα μπορούσε να το περάσει! Έδιωξε όμως αμέσως αυτή τη σκέψη. Θα το αντιμετώπιζε όταν θα έφτανε. Είχε περάσει τόσες πολλές φορές από κει, που κάποιο τρόπο θα βρισκε!
Πριν πάρει τη τελική μεγάλη κατηφόρα για το πέρασμα, κοντοστάθηκε να πάρει μια ανάσα και φέρνοντας το αριστερό του χέρι κοντά στο φανάρι τσέκαρε την ώρα! Σε λιγότερο από δέκα πέντε λεπτά θα ήταν πέντε! Άναψε τσιγάρο! Ωραία! Θα είχε σχεδόν δύο ώρες μέχρι να χαράξει και μέχρι τότε είχε το περιθώριο να καρφώσει στο παγωμένο χώμα, χωρίς ιδιαίτερη πίεση χρόνου, τα εκατό περίπου παλουκάκια με τα αγκίστρια.
Δεν πρόλαβε όμως ούτε τρία βήματα να κάνει στη κατηφόρα και ακούστηκε πάλι ο ίδιος με πριν ήχος. Αυτή τη φορά μάλιστα ακούστηκε πιο δυνατά και πιο καθαρά! Επαναλήφθηκε μάλιστα τρεις τέσσερις φορές και σε συνδυασμό με το ουρλιαχτό του νερού στο ρέμα και το βουητό του αέρα που όλο και δυνάμωνε, τον ανάγκασε να παγώσει στη θέση που ήταν και να προσπαθεί, προτάσσοντας τη λογική, να δώσει μια λογική εξήγηση! Το τσιγάρο κρεμόταν από τα χείλη του και ο καπνός έκανε τα μάτια του να τζούζουν…
Κατ’ αρχή απέρριψε χωρίς δεύτερη σκέψη τη λύση… Νεράιδες, Καλικάντζαροι και λοιπά κουραφέξαλα! Ναι αλλά τι μπορεί να ήταν! Η εύκολη λύση θα ήταν να το αγνοήσει και να δεχτεί πάλι ότι παράκουσε, ότι ήταν το βουητό του αέρα ή το νερό στο ποτάμι, μα … ούτε τον εαυτό του δεν κατάφερε να πείσει… Γιατί σίγουρα κάτι άκουσε! Να ήταν άραγε κουτάβια ή νεογέννητα γατάκια που κάποιος προσπάθησε να ξεφορτωθεί! Μάλλον αδύνατο να ερχόταν κάποιος τόσο μακριά με την κακοκαιρία των τελευταίων ημερών και πως να έμεναν ζωντανά με τόσο χαμηλές θερμοκρασίες! Κούνησε το κεφάλι του και μάλωσε σιωπηρά τον εαυτό του, σαν πέρασε πάλι από το μυαλό του η λύση Νεράιδες, ξωτικά και Καλικάντζαροι! Ήταν βλέπεις ακόμα … Δωδεκάμερο και για το συγκεκριμένο ρέμα οργίαζαν οι ιστορίες και τα παραμύθια για ξωτικά και νεράιδες!
Έστησε πάλι αυτί! Τίποτε, μόνοι οι γνωστοί και δικαιολογημένοι ήχοι του χώρου! Πήρε πάλι να κατηφορίζει μα αμέσως σχεδόν … πάγωσε! Αυτή τη φορά ακούστηκε καθαρά κάτι μεταξύ λυγμού και κοφτού, σύντομου γέλιου! Ανθρώπινου…!
Παρά τη προσπάθεια του να μην αφήσει το πανικό να καβαλήσει τη λογική, ένιωθε το στομάχι του να σφίγγετε και τη καρδιά του να … κτυπά ακανόνιστα…! Το ότι κάτι άκουγε ήταν σίγουρο! Σε Νεράιδες και Καλικάντζαρους όχι μόνο δεν πίστευε μα κορόιδευε και κάθε άλλο που έστω έλεγε ιστορίες για τέτοιες βλακείες… Μα τι ήταν λοιπόν… Πρέπει να υπάρχει κάποια εξήγηση… Πρέπει να υπάρχει και πρέπει να τη βρει γρήγορα…!
Έψαξε μηχανικά τα τσιγάρα του και έχωσε στο στόμα και δεύτερο τσιγάρο, ξεχνώντας ότι ήδη κάπνιζε…
Τη σκέψη να γυρίσει πίσω την απέρριψε πριν ακόμα καν φτάσει στο μυαλό του… Τι στο καλό, τι τα φοράμε τα παντελόνια! Και τι θα ‘λεγε στο σπίτι του και στη παρέα! Για πιο λόγο θα ‘ λεγε πως ξεκίνησε, μα γύρισε πριν βάλει έστω κι ένα αγκίστρι! Ότι τον κυνήγησαν οι Καλικάντζαροι, … αυτό θα ‘λεγε! Ποτέ…!!!
Άρχισε να τρέχει! Ξεκίνησε για να βάλει αγκίστρια και θα βάλει… Άσε που με τις συνεχείς στάσεις άρχισε να κρυώνει και με το τρέξιμο θα ζεστενόταν!
Σταμάτησε σαράντα, πενήντα μέτρα πριν το ποτάμι! Η ανάσα του έβγαινε βαριά και αχνιστή! Το μονοπάτι είχε πια ελάχιστο χιόνι! Είχε δίκιο! Οι λαχίδες, (καλλιεργήσιμες αναβαθμίδες), με τις ελιές απέναντι, μετά το ρέμα, θα ήταν καθαρές! Άρχισε ήδη να βλέπει τις τσίχλες και τα κοτσύφια και καμιά μπεκάτσα ίσως, να πέφτουν με το χάραμα σαν λιμασμένα στις φρέσκες γλύστρες, (γεωσκώληκες), που με τόση μαστοριά είχε περάσει στα τζίνια του!
Τις ευχάριστες σκέψεις του διέκοψε … ένας μακρόσυρτος λυγμός που το πήρε το νερό και τον ταξίδεψε μέχρι κάτω στο γεφύρι της Λουσίνας! Ένα παραπονιάρικο κλάμα, (παιδιού του φάνηκε), που το πήρε ο αέρας και τον κτύπησε στην πλαγιά του απέναντι βουνού κι από κει αντιλάλησε σε κάθε πλαγιά, δέντρο ή βράχο…!
Πάγωσε! Ακούμπησε μηχανικά το φαναράκι του στο χώμα και χωρίς να το καταλάβει έπιασε να σταυροκοπιέτε! Ρε λες…! Έψαξε τα τσιγάρα του, μα τα χέρια του έτρεμαν! Αδύνατο να το ανάψει…! Λες να μην είναι παραμύθια! Όπου να ναι ξημερώνει η τελευταία μέρα των καλικάντζαρων, πριν τους διώξει αύριο, των Φώτων η αγιαστούρα του παπά ! Λες, όλες αυτές οι ιστορίες που λένε οι γριές, για τις Νεράιδες που σ’ αυτό ακριβώς το ρέμα πήραν τη λαλιά του τάδε και της δείνα τα μυαλά ... λες …
«Μα τι βλακείες είναι αυτές που σκέφτεσε!» μάλωσε τον εαυτό του μεγαλόφωνα!
«Ποιος είναι κει! Όποιος κι αν είσαι, καλικάντζαρος, νεράιδα, ξωτικό ή ΆΝΘΡΩΠΟΣ, δεν σε φοβάμαι!»
Φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε! Η φωνή του αντιλάλησε και γύρισε στα αυτιά του πολλαπλάσια και του δωσε κουράγιο!
Ναι, ήταν σίγουρος πια! Ήταν άνθρωπος! Και σχεδόν ήξερε και ποιος ήταν! Ποιοι ξέρανε ότι θα πάει και που θα πάει για αγκίστρια; Η παλιοπαρέα φυσικά! Και ναι, τον πήραν από πίσω, οι έξυπνοι, για να τον τρομάξουν… Καλά! Τώρα θα τους δείξει ποιος είναι ο καλικάντζαρος, ποιος το ξωτικό και ποιος από δω και μπρος θα τα τρέμει όλ’ αυτά…
Είπε και με μεγάλα γρήγορα βήματα κάλυψε την απόσταση μέχρι το πέρασμα. Με ικανοποίηση είδε πως το νερό ήταν μεν φουσκωμένο, μα όχι τόσο που να μη μπορεί να περάσει! Κρατώντας το φανάρι στο ύψος των ματιών του για να βλέπει όσο γίνεται καλύτερα, άρχισε με προσοχή αλλά αποφασιστικά να πατά στης μεγάλες πέτρες που γι’ αυτό το σκοπό ήταν τοποθετημένες κάθετα στη κοίτη του ποταμού! Σε λίγα δευτερόλεπτα πάταγε στη λασπωμένη απέναντι όχθη, με μοναδική απώλεια το λίγο βρεμένο αριστερό του μπατζάκι! Γύρισε και κοίταξε με προσοχή πίσω του! Τίποτε δεν κουνήθηκε περίεργα, τίποτε δεν ακούστηκε …
Πάει καλά…!
«Τώρα θα ξεκαθαρίσουμε τη κατάσταση…» μουρμούρισε με πείσμα…!
Το μέρος το ήξερε σαν το σπίτι του! Ήξερε ότι μερικά μέτρα πάρα πέρα το μονοπάτι έστριβε απότομα και ότι ακριβώς στη στροφή απάνω φύτρωνε ένα τεράστιο πλατάνι. Εκεί ακριβώς σκόπευε να ξεσκεπάσει τον … καλικάντζαρο…
Πέρασε το καλάθι με τα αγκίστρια στον αγκώνα του αριστερού του χεριού και με το ίδιο χέρι κράτησε και το φανάρι! Με το ελεύθερο δεξί του χέρι σήκωσε από την άκρη του ποταμού ένα χοντρό, καστανίσιο ξύλο και το ζύγισε στο χέρι του! Ναι, ήταν αυτό που χρειαζόταν για να … βγάλει τη μάσκα του καλικάντζαρου!
Ξαφνικά, άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε, με σκοπό να αιφνιδιάσει τον όποιο τον ακολουθούσε και να μπορέσει να κρυφτεί και να τον περιμένει πίσω από το κορμό του μεγάλου πλάτανου!
Με μια ανάσα βρέθηκε με τη πλάτη ακουμπισμένη στο κορμό, προσπαθώντας να ελέγξει την ανάσα του! Άρχισε να ρίχνει κλεφτές ματιές στο μονοπάτι, σίγουρος πως όπου να ναι θα σκάσουν μύτη οι φίλοι του, ή όποιος τέλος πάντων τον είχε πάρει από πίσω και ήταν έτοιμος με τη μαγκούρα να τους κάνει να πληρώσουν ακριβά τη λαχτάρα που του ‘καναν!
Πέρασαν μερικά λεπτά γεμάτα αγωνία! Ήθελε σαν τρελός τσιγάρο…Τίποτε, ούτε φωνή, ούτε βήματα, ούτε κίνηση καμιά…
«Ένα λεπτό ακόμα» σκέφτηκε «…και μετά θα πάω στη δουλειά μου! Και πολύ ασχολήθηκα…»
Έσκυψε να ρίξει ακόμα μια κλεφτή ματιά στο μονοπάτι και … κάτι … σκληρό και … μαλλιαρό … τρίφτηκε στο δεξί του πόδι … ενώ συγχρόνως ξανακούστηκε το … κλάμα…
«ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ ΒΟΗΘΑ…!!!» Ούρλιαξε, σαλτάροντας όσο πια ψηλά και πιο μακριά μπορούσε…
Αλλού καλάθι, αλλού φανάρι, αλλού αγκίστρια, αλλού ο Πότης με τη ψυχή στη Κούλουρη…
«Παναγιά μου…!!!» φώναξε πάλι και πήγε να το βάλει στα πόδια, μα … κάτι έπιασε το μάτι του να περνάει μπροστά στο πεσμένο στο χώμα, μα ακόμα αναμμένο φανάρι … Κάτι που του φάνηκε γνώριμο… Δύο πράσινα φωτάκια γυάλιζαν στο σκοτάδι…
«Κολοβέεε…!!!»
«Νιάουουου…»

Σ.Σ.

ΥΓ. Πάσα ομοιότητα με πρόσωπα και ονόματα γνωστά και υπαρκτά, δεν είναι … ούτε τυχαία, ούτε συμπτωματική!
... See MoreSee Less

View on Facebook

Η Ρηνιώ Αλάμαρα κοινοποίησε την εκδήλωσή του χρήστη Πολιτιστικός Σύλλογος Πηγών στην ομάδα Piges Alagonias (Πηγές Αλαγονίας). ... See MoreSee Less

6η ΓΙΟΡΤΗ ΚΑΣΤΑΝΟΥ

Οκτώβριος 28, 2017, 3:00μμ - Οκτώβριος 29, 2017, 4:00πμ

Σας περιμένουμε να περάσουμε όμορφα ψήνοντας κάστανα στη φωτιά και τρώγοντας παρέα με ''ζωντανή μουσικη'' μέχ...

View on Facebook

Καίγεται ο ¨Μαχαλάς¨ από ...... ... See MoreSee Less

View on Facebook

Αύριο Σάββατο 19/8 και ώρα 20:00 μ.μ θα πραγματοποιηθεί στην πλατεία της κοινότητας των Πηγών παραδοσιακό πανηγύρι με ζωντανή μουσική. Σας περιμένουμε όλους, να γιορτάσουμε μαζί τις τελευταίες μέρες του καλοκαιριού. 🎉🎊 Διοργάνωση: πρόεδρος τοπικής κοινότητας Πηγών, Μαρκόπουλος Απόστολος
τηλ. επικοινωνίας: 6972419691
... See MoreSee Less

View on Facebook

Ο Βασίλειος Ν. Βεργινάδης κοινοποίησε τη εκδήλωσή του στην ομάδα Piges Alagonias (Πηγές Αλαγονίας). ... See MoreSee Less

Θυρανοίξια Ι.Ν. Αγίου Παισϊου Αγιορείτου Στην Νέδουσα Μεσσηνίας

Ιούλιος 9, 2017, 11:00πμ - Ιούλιος 9, 2017, 4:00μμ

Την Κυριακή 9 Ιουλίου 2017 θα τελεσθούν από τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο τα θυρανοίξια το...

View on Facebook

Προσωρινό Αριθμητικό Προσκλητήριο Πισινοχωριτών (Αλαγόνιων) Αγωνιστών (1821-1829) ΑΘΑΝΑΤΟΙ !!! ... See MoreSee Less

View on Facebook

Συγχαρητήρια για την πολύ ωραία γιορτή! Ευχαριστούμε πολύ περάσαμε υπέροχα και του χρόνου! ... See MoreSee Less

View on Facebook

Ο χρήστης Ρηνιώ Αλάμαρα κοινοποίησε τη φωτογραφία του χρήστη Πολιτιστικός Σύλλογος Πηγών στην ομάδα Piges Alagonias (Πηγές Αλαγονίας). ... See MoreSee Less

Σας περιμένουμε όλους να γιορτάσουμε παρέα τρώγοντας βραστά και ψητά κάστανα και παραδοσιακή φασολάδα παρέα...

View on Facebook

Η Ρηνιώ Αλάμαρα κοινοποίησε την εκδήλωσή του χρήστη Πολιτιστικός Σύλλογος Πηγών στην ομάδα Piges Alagonias (Πηγές Αλαγονίας). ... See MoreSee Less

5η ΓΙΟΡΤΗ ΚΑΣΤΑΝΟΥ

Οκτώβριος 29, 2016, 4:00μμ

Ελάτε να φάμε ψητά και βραστά κάστανα, παραδοσιακή φασολάδα παρέα με κρασί και μουσική! Και να ψωνισετε τοπικ...

View on Facebook

Ο χρήστης Ρηνιώ Αλάμαρα κοινοποίησε τη φωτογραφία του χρήστη Πολιτιστικός Σύλλογος Πηγών στην ομάδα Piges Alagonias (Πηγές Αλαγονίας). ... See MoreSee Less

Σας περιμένουμε όλους να γιορτάσουμε παρέα τρώγοντας βραστά και ψητά κάστανα και παραδοσιακή φασολάδα παρέα...

View on Facebook

Δύο σημαντικές εκδηλώσεις στην Αρτεμισία Καλαμάτας από τους πολιτιστικούς συλλόγους Αθήνας και Καλαμάτας:
1. Παιδική βραδιά το βράδυ της Παρασκευής 5/8/2016 στην πάνω πλατεία Αρτεμισίας.
1.1. Ξεκινάει στις 7 μμ με βιωματική απασχόληση "Ο κύκλος του σπόρου, ο κύκλος της ζωής".
Εκπαιδευτικός: Μυρτώ Φοίφα, εκπρ. του οργανισμού "Αγρόκτημα Φυσικής καλλιέργειας Φοίφα Re:think"
Εκπαιδευτικό πρόγραμμα πάνω στον κύκλο του σπόρου και την σημασία του για την διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος. Μικροί και μεγάλοι θα δημιουργήσουν σπορόφυτα αλλά "σποροσβώλους", από παραδοσιακές και σπάνιες ποικιλίες φυτών της περιοχής μας που τείνουν υπό εξαφάνιση, θα ενημερωθούν για την φυσική κομποστοποίηση και πώς μπορούν να την αναπαράγουν είτε σε ιδιωτικό είτε σε δημόσιο χώρο και έτσι θα καταλάβουν τη λειτουργία του φυσικού τους περιβάλλοντος και θα οικειοποιηθούν βασικές αρχές προστασίας και συντήρησής του.
1.2. Ζωγραφική του χωριού και παραμύθια.
1.3. Η βραδιά θα τελειώσει με παράσταση καραγκιόζη.
2. Λαογραφική εκδήλωση το πρωί της Κυριακής 7-8-2016 στην πάνω πλατεία Αρτεμισίας με τίτλο "Στάρι-αλεύρι-ψωμί" συνδεδεμένο με την ιστορία της Αρτεμισίας και των σιταροχώραφων του Πέρα, με κατάλληλη προβολή:
2.1 Των 12 σχετικών πινάκων του αειμνήστου Κ.Η. Πουλουπάτη.
2.2 Των εργαλείων σποράς, θερισμού, αρτοποιίας.
2.3 Των παρασκευασμάτων από αλεύρι.
Θα είμαστε όλοι εκεί ...
... See MoreSee Less

View on Facebook